Η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου και η κλινική ψυχολόγος Ευαγγελία Μανδουράρη, συζητούν στο Βήμα της Κυριακής, για τους πολλαπλούς παράγοντες πίσω από το φαινόμενο της βίας ανηλίκων, αναζητώντας τη λύση στην επιμόρφωση, τη συνεργασία και την πρόληψη.
Η δημόσια συζήτηση για την ανήλικη βία και παραβατικότητα αναζωπυρώνεται κάθε φορά που ένα σοβαρό περιστατικό σοκάρει την κοινή γνώμη. Πριν από λίγες εβδομάδες, ο αιφνίδιος θάνατος εκπαιδευτικού μέσα σε σχολική τάξη και οι καταγγελίες ότι είχε προηγηθεί bullying από μαθητές έφεραν ξανά στο προσκήνιο το ίδιο, δύσκολο ερώτημα: από πού ξεκινά μια σοβαρή προσπάθεια κατανόησης του φαινομένου;
Η πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Friedrich-Ebert-Stiftung έχει βαρύνουσα σημασία, επειδή φωτίζει αυτήν ακριβώς τη δημόσια αμηχανία. Η μεγάλη πλειονότητα των ερωτηθέντων — γονέων και μη — εντοπίζει τις αιτίες του φαινομένου στην οικογένεια. Το εύρημα δεν ακυρώνει τον ρόλο του σχολείου, των συνομηλίκων, των ψηφιακών εξαρτήσεων, της επιρροής των social media, των κοινωνικών πιέσεων ή της ψυχικής επιβάρυνσης της εποχής. Υπογραμμίζει, όμως, ότι η οικογένεια παραμένει το πρώτο περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί μαθαίνει τι σημαίνει όριο, σχέση, συνέπεια, φροντίδα και ευθύνη.
Με αφετηρία αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου και η κλινική ψυχολόγος Ευαγγελία Μανδουράρη συζητούν για το πώς διαμορφώνεται σήμερα η γονεϊκότητα, γιατί έχουν αποδυναμωθεί τα όρια, ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου και των ειδικών, και τι μπορεί να γίνει ώστε η πρόληψη να αρχίζει νωρίτερα, πριν το πρόβλημα λάβει εκρηκτικές διαστάσεις.
Δόμνα Μιχαηλίδου: «Νομίζω ότι σε αυτή τη συζήτηση πολλές φορές παγιδευόμαστε σε ένα ασπρόμαυρο δίπολο. Υπάρχει, από τη μία, μια σχεδόν αγιοποιημένη εικόνα της οικογένειας, σαν να πρόκειται για ένα ιερό τοτέμ που δεν το αγγίζουμε, δεν το κρίνουμε, δεν το συζητάμε. Και, από την άλλη, υπάρχει μια υπεραπλούστευση της οικογένειας ως την αποκλειστική πηγή όλων των προβλημάτων. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μας βοηθάει να κατανοήσουμε τις αιτίες του προβλήματος. Τόσο η άκριτη αποδοχή, όσο και η δαιμονοποίηση τελικά μπλοκάρουν την όποια πιθανότητα εξεύρεσης βιώσιμων λύσεων».
Ευαγγελία Μανδουράρη: «Ακριβώς. Το φαινόμενο της ανήλικης βίας και παραβατικότητας δεν μπορεί να εξηγηθεί μονοδιάστατα. Είναι πολυπαραγοντικό. Η οικογένεια είναι το πρώτο περιβάλλον κοινωνικοποίησης του παιδιού, άρα παίζει καθοριστικό ρόλο. Όμως δεν είναι το μόνο πεδίο. Υπάρχει το σχολείο, υπάρχουν οι συνομήλικοι, υπάρχουν τα social media, υπάρχουν κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες, υπάρχει ο τρόπος ζωής. Όλα αυτά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Άρα, δεν μπορούμε ούτε να στοχοποιούμε μια οικογένεια, ούτε να πιστεύουμε ότι θα λύσουμε το πρόβλημα βάζοντας στην άκρη το “κακό” παιδί».
Δ.Μ.: «Και συχνά το πρόβλημα βαθαίνει ακριβώς επειδή κυριαρχούν η σιωπή ή η στοχοποίηση. Η εύκολη ετικέτα του “κακού” σε ένα παιδί ή σε μια οικογένεια δεν είναι χρήσιμη. Το ίδιο ισχύει και για τη αποσιώπηση, για τη λογική “ας μην ανοίξουμε τώρα αυτό το θέμα”. Σε αυτό το σημείο θεωρώ πολύ σημαντικό να πούμε ότι η γονεϊκότητα, εκτός από ένστικτο, είναι και ένα σύνολο δεξιοτήτων. Οι δεξιότητες αυτές καλλιεργούνται, ενισχύονται και υποστηρίζονται. Εκεί ακριβώς έχει λόγο και ρόλο η Πολιτεία. Γιατί πολλές φορές ζητάμε από τους γονείς να ανταποκριθούν σε κάτι εξαιρετικά απαιτητικό, χωρίς να τους προσφέρουμε τα κατάλληλα εργαλεία».
Ε.Μ.: «Είναι όντως σημαντικό να πούμε καθαρά ότι δεν γεννιόμαστε γονείς. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο γονιού που να μας δίνεται αυτόματα. Η φύση προσφέρει κάποιες βιολογικές και συναισθηματικές προϋποθέσεις, αλλά από εκεί και πέρα μπαίνουν η μάθηση, τα πρότυπα, οι εμπειρίες, η ψυχική ανθεκτικότητα, οι κοινωνικές συνθήκες. Και εδώ είναι πολύ χρήσιμη η θεωρία της κοινωνικής μάθησης που εξηγεί πώς τα παιδιά παρατηρούν, μιμούνται, εσωτερικεύουν. Τα παιδιά μαθαίνουν όχι μόνο από το τι τους λέμε, αλλά κυρίως από το πώς φερόμαστε εμείς ως γονείς».
Δ.Μ.: «Άρα, το ερώτημα δεν εξαντλείται μόνο στο αν ο γονιός αγαπά το παιδί του. Έχει σημασία και το πρότυπο που ο ίδιος αποτελεί για το παιδί του, το κλίμα που διαμορφώνει στο σπίτι, η γλώσσα σχέσεων που του μαθαίνει: τι σημαίνει βάζω όρια στο παιδί μου, τι σημαίνει σεβασμός και συνέπεια, πώς εκφράζεται η διαφωνία και πώς η απογοήτευση. Έτσι χτίζονται πολλές από τις πρώτες εσωτερικές σταθερές του παιδιού».
Ε.Μ.: «Ακριβώς. Και αυτό ισχύει και στο σχολείο. Όταν ένα παιδί γίνεται μάρτυρας επιθετικής συμπεριφοράς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια πρόχειρη τιμωρητική διαχείριση. Γιατί ειδικά στην εφηβεία υπάρχει μια τάση ταύτισης με το “δυνατό” παιδί. Αν απομονώσεις απλώς το παιδί που λειτουργεί επιθετικά, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ένα κομμάτι της ομάδας να το προσεταιριστεί ακόμη περισσότερο. Χρειάζεται μια πιο σύνθετη και πιο ώριμη διαχείριση».
Δ.Μ.: «Εδώ να αναφέρω κι ένα πρόβλημα που συχνά εμφανίζεται και αφορά στη σχέση γονέα και ειδικού. Πολλές φορές συμβαίνει όταν ένας ψυχολόγος, ένας κοινωνικός λειτουργός ή ένας εκπαιδευτικός εντοπίζουν μια δυσκολία, οι γονείς να τους αμφισβητούν ή να αρνούνται να τους ακούσουν. Αν, όμως, το πρόβλημα αργότερα οξυνθεί, τότε οι ίδιοι αυτοί γονείς συχνά απαιτούν να μάθουν γιατί ο ειδικός δεν παρενέβη εγκαίρως. Υπάρχει, δηλαδή, μια διαρκής μετατόπιση ευθύνης, που τελικά μπλοκάρει τη συνεργασία».
Ε.Μ.: «Αυτή η αντίφαση έχει πρακτικές συνέπειες. Δημιουργεί φόβο στους επαγγελματίες. Συζητώ συχνά με εκπαιδευτικούς σε ομάδες υποστήριξης και το ακούω ξανά και ξανά: “Βλέπω ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά φοβάμαι να μιλήσω”. Ο φόβος της καταγγελίας, της σύγκρουσης, της θεσμικής έκθεσης είναι υπαρκτός. Επομένως, όταν μιλάμε για τον ρόλο των ειδικών, χρειάζεται να μιλάμε ταυτόχρονα και για τη θεσμική προστασία τους. Χρειάζεται να νιώθουν ότι μπορούν να ασκήσουν την επαγγελματική τους κρίση χωρίς να βρεθούν αβοήθητοι απέναντι σε ένα κλίμα καχυποψίας».
Δ.Μ.: «Θέλω να σταθώ και στη θέση του ίδιου του εκπαιδευτικού. Έχω την αίσθηση ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουμε περάσει πολύ γρήγορα από μια εποχή όπου ο μαθητής έδιχνε σεβασμό στον δάσκαλο ή στον καθηγητή του, σε μια πραγματικότητα όπου ο ίδιος ο εκπαιδευτικός βιώνει ανασφάλεια και φόβο μέσα στο σχολείο. Αυτό επηρεάζει τη λειτουργία της τάξης, τη δυνατότητα του δασκάλου να θέσει όρια, αλλά και τη συλλογική ψυχολογία της σχολικής κοινότητας . Και τελικά επηρεάζει και τα ίδια τα παιδιά, που συχνά νιώθουν ότι ο ενήλικας απέναντί τους δεν έχει σταθερότητα».
Ε.Μ.: «Νομίζω ότι περάσαμε από μια σκληρή αυστηρότητα σε μια διάχυτη ανοριωσία. Χάθηκαν ρόλοι, αποδυναμώθηκαν σταθερές, μπερδεύτηκαν οι ευθύνες. Και όταν η πυραμίδα αντιστρέφεται, το παιδί χάνει την άγκυρά του. Χρειάζεται να ξέρει ποιος έχει την ευθύνη, ποιος βάζει το όριο, ποιος θα το κρατήσει όταν το ίδιο δοκιμάζει τα όρια του κόσμου. Πολλά παιδιά σήμερα αναζητούν αυτή τη σταθερότητα. Η ανάγκη τους για ασφάλεια παραμένει βαθιά. Ακόμη κι όταν φαίνονται προκλητικά ή αδιάφορα, συχνά στην πραγματικότητα δοκιμάζουν αν υπάρχει κάποιος γύρω τους που αντέχει να μείνει σταθερός».
Δ.Μ.: «Σε αυτό προστίθεται και ένα ζήτημα που αφορά στον τρόπο ζωής των γονιών. Σήμερα εργάζονται συνήθως και οι δύο γονείς, συχνά με πολύ απαιτητικά ωράρια. Αυτό είναι μια σημαντική κοινωνική κατάκτηση, ιδίως για τις γυναίκες. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί νέες εντάσεις: λιγότερο χρόνο, μεγαλύτερη κούραση, περισσότερες ενοχές. Και νομίζω ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι ενοχές αυτές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μπαίνουν ή δεν μπαίνουν όρια στα παιδιά. Οι γονείς δυσκολευόμαστε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες των παιδιών μας, ακριβώς επειδή αισθανόμαστε ότι τους χρωστάμε μεγαλύτερο μέρος από το χρόνο μας».
Ε.Μ.: «Συμφωνώ. Συχνά δεν μιλάμε για φροντίδα αλλά για αναπλήρωση ή και εξαγορά. Ο γονιός που λείπει, που κουράζεται, που αισθάνεται ότι δεν προλαβαίνει, μπορεί να προσπαθεί να ηρεμήσει τη δική του ενοχή χαλαρώνοντας τα όρια ή καλύπτοντας διαρκώς το παιδί. Και ταυτόχρονα ζούμε σε μια εποχή υπερδιέγερσης. Είμαστε εξαντλημένοι αισθητηριακά, ψυχικά, κοινωνικά. Επίσης, γινόμαστε γονείς σε μεγαλύτερες ηλικίες, άρα πολλές φορές και με λιγότερα αποθέματα. Το παιδί ζητά παρουσία και ο ενήλικας απαντά ενώ είναι ήδη αποστραγγισμένος».
Δ.Μ.: «Κι όταν εμφανίζεται η ανάγκη μιας πιο συστηματικής βοήθειας, βλέπουμε συχνά γονείς να κλείνουν την πόρτα. Το συναντάμε στα κέντρα διάγνωσης, το συναντάμε σε οικογένειες που δυσκολεύονται να παραδεχθούν ότι ίσως το παιδί τους να έχει κάποια νευροαναπτυξιακή ή ψυχοσυναισθηματική δυσκολία. Η στιγμή αυτή βιώνεται συχνά σαν απειλή, σαν πλήγμα στην εικόνα που έχουν για το παιδί τους ή και για τους ίδιους, ως γονείς».
Ε.Μ.: «Για πολλούς γονείς είναι μια διαδικασία πένθους. Η άρνηση ανήκει στα πρώτα στάδια αυτής της διεργασίας. Η δυσκολία είναι υπαρκτή και ανθρώπινη. Γι’ αυτό χρειάζεται επιμόρφωση. Ο γονιός χρειάζεται να γνωρίζει τι σημαίνει μια μαθησιακή δυσκολία, τι σημαίνει η ΔΕΠΥ, τι σημαίνει έγκαιρη παρέμβαση, ποια είναι η πραγματική βαρύτητα μιας διάγνωσης και ποια είναι τα περιθώρια βελτίωσης. Σήμερα έχουμε πολύ περισσότερη γνώση από ό,τι είχαμε πριν από είκοσι χρόνια. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε ανακούφιση, αρκεί να γίνει κατανοητό. Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι το παιδί δεν εξαντλείται ποτέ σε μια ταμπέλα. Η διάγνωση είναι εργαλείο κατανόησης και στήριξης, δεν είναι ταυτότητα».
Δ.Μ.: «Γι’ αυτό θεωρώ ότι οι σχολές γονέων έχουν κεντρική θέση σε αυτή τη συζήτηση. Αποτελούν εργαλείο κοινωνικής ενδυνάμωσης και συνοχής. Ως υπουργείο θέλουμε να ενισχύσουμε αυτή την προσπάθεια σε εθνική κλίμακα. Το ίδιο ισχύει και για την πρώιμη παρέμβαση. Εδώ μιλάμε για ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα, στο οποίο συμμετέχει ενεργά και η οικογένεια. Το κρίσιμο είναι να ανοίγουν έγκαιρα δίαυλοι στήριξης, πριν παγιωθούν οι δυσκολίες και πριν συσσωρευτεί άγχος, ματαίωση και σύγκρουση».
Ε.Μ.: «Η πρώιμη παρέμβαση είναι καθοριστική. Στις ηλικίες δύο έως πέντε ή έξι ετών η νευροαναπτυξιακή δυναμική του παιδιού είναι τεράστια. Όταν υπάρχει σωστή διεπιστημονική δουλειά — λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, ψυχοθεραπευτική στήριξη, συμβουλευτική γονέων — βλέπουμε πολύ μεγάλες μεταβολές. Υπάρχει, όμως, μια βασική προϋπόθεση: να λειτουργεί καλά η τριάδα οικογένεια, θεραπεία, σχολείο. Όταν αυτοί οι τρεις πόλοι συνδέονται πραγματικά, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό ακόμη και σε περιπτώσεις όπου στην αρχή οι προσδοκίες είναι περιορισμένες. Έχω δει παιδιά που στην αρχή έμοιαζαν να έχουν πολύ δύσκολη διαδρομή και σήμερα είναι λειτουργικοί έφηβοι, ακριβώς επειδή οι ενήλικες γύρω τους λειτούργησαν συντονισμένα».
Δ.Μ.: «Αυτός είναι και ο στόχος του προγράμματος που ήδη τρέχουμε. Στηρίζει σήμερα 1600 παιδιά και στηρίζεται στην ενεργό συμμετοχή της οικογένειας. Ο γονιός μαθαίνει, συμμετέχει, εκπαιδεύεται. Η παρέμβαση μπαίνει έτσι στην καθημερινή ρουτίνα του παιδιού, αποκτά συνέχεια και δεν περιορίζεται σε έναν κλειστό θεραπευτικό χώρο. Αυτή η λογική αλλάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη στήριξη. Το παιδί δεν πηγαίνει απλώς σε μια θεραπεία. Η οικογένεια μπαίνει σε μια διαδικασία μάθησης, κατανόησης και προσαρμογής που συνεχίζεται και στο σπίτι».
Ε.Μ.: «Και μας βοηθά να αποφύγουμε έναν πολύ επικίνδυνο ντετερμινισμό. Ένα παιδί δεν ταυτίζεται με τη δυσκολία του. Η έγκαιρη παρέμβαση, τα σταθερά όρια, το κατάλληλο περιβάλλον και η συνεργασία των ενηλίκων μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία του. Αυτό είναι ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα αυτής της συζήτησης. Υπάρχουν διαδρομές βελτίωσης, υπάρχουν δυνατότητες αποκατάστασης, υπάρχουν τρόποι να προληφθούν πιο βαριές εξελίξεις, αρκεί το σύστημα γύρω από το παιδί να κινητοποιηθεί εγκαίρως».
Δ.Μ.: Άρα, τελικά, αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα ολιστικό σύστημα που να λειτουργεί. Στο σχολείο, με ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και ουσιαστική ενίσχυση δεξιοτήτων. Στην οικογένεια, με πραγματική στήριξη στην εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Στην κοινότητα, με υπηρεσίες που συνοδεύουν τον γονιό και δεν τον αφήνουν μόνο. Και βέβαια με ενεργό συμμετοχή των ίδιων των γονέων σε αυτή την προσπάθεια. Γιατί το παιδί δεν μεγαλώνει σε κενό. Μεγαλώνει μέσα σε μια αλυσίδα σχέσεων, θεσμών και καθημερινών πρακτικών».
Ε.Μ.: «Ναι, γιατί η οικογένεια παραμένει το πρώτο καταφύγιο του παιδιού. Οφείλει να του προσφέρει ασφάλεια, σταθερότητα, όρια και καθοδήγηση. Ο γονιός χρειάζεται να στέκεται κοντά στο παιδί, να το ακούει, να το παρατηρεί, να το βοηθά να επεξεργάζεται όσα ζει. Χρειάζεται συνέπεια, παρουσία και μια καθαρή αίσθηση ευθύνης. Όταν μια δύσκολη συμπεριφορά μένει ακάλυπτη και αδούλευτη, επιστρέφει βαρύτερη. Όταν, αντίθετα, συναντά σταθερότητα, λόγο, φροντίδα και συνεργασία, ανοίγεται μια πραγματική δυνατότητα πρόληψης.
Δ.Μ.: «Ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό μήνυμα: το άγχος του γονέα μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά, όταν συνδέεται με ευθύνη και κινητοποίηση. Τότε ανοίγονται δρόμοι. Τότε ο γονιός ζητά βοήθεια έγκαιρα, ακούει, συνεργάζεται, δεν περιμένει το πρόβλημα να μεγαλώσει για να το αναγνωρίσει».
Ε.Μ.: Ακριβώς. Η εποχή μάς ζητά περισσότερη γνώση, περισσότερη συνεργασία και περισσότερη συνέπεια. Το παιδί χρειάζεται αγάπη, όρια, αξίες, σταθερότητα και κοινή γραμμή από τους ενήλικες γύρω του. Εκεί αρχίζει, στην πράξη, και η έγκαιρη πρόληψη της ανήλικης βίας και παραβατικότητας».

