
Κυρία Υπουργέ την ώρα που το κόστος στέγασης μετατρέπεται σε στεγαστική κρίση το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογενειας προχωρά σε επέκταση των προγραμμάτων. Ποια είναι αυτά και τί σχεδιάζετε για το άμεσο μέλλον ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος;
Δυστυχώς και η Ελλάδα εισήλθε τα τελευταία χρόνια, στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών όπου η έλλειψη προσιτής και επαρκούς στέγης πιέζει υπέρμετρα τους πολίτες. Οι αιτίες του φαινομένου είναι ποικίλες, οι ειδικοί έχουν απαντήσεις στο «γιατί» αλλά η πολιτική, και εν προκειμένω η Κυβέρνηση μας, καλείται να δώσει λύσεις, στο βαθμό του εφικτού. Κατευθύναμε ήδη πόρους 2,3 δισεκατομμυρίων σε στεγαστικά προγράμματα που στοχεύουν σε όλους όσοι είναι σε επισφάλεια στέγης, αλλά σε πολλές άλλες κατηγορίες πολιτών. Προγράμματα, ευρείας κοινωνικής απόδοσης,όπως είναι το «Σπίτι μου». Με πρωτόγνωρη ταχύτητα και ευκολία ως προς τις διαδικασίες μέσα σε διάστημα μόλις 16 μηνών έχουν εκταμιευθεί 7.065 δάνεια ύψους 680,4 εκ.. Στο τέλος του χρόνου θα έχουν αποκτήσει το δικό τους σπίτι 9.155 άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους νέα ζευγάρια με περιορισμένο εισόδημα. Η ανταπόκριση και η επιτυχία του προγράμματος, μας οδήγησαν στην απόφαση να διεκδικήσουμε επιπλέον ευρωπαϊκά κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προκειμένου να υλοποιήσουμε το «Σπίτι 2». Όπως έχει ήδη προϊδεάσει ο Πρωθυπουργός, το νέο πρόγραμμα θα αφορά δικαιούχους έως 49 ετών με διευρυμένο εισοδηματικό όριο και θα απευθύνεται προφανώς σε περισσότερες οικογένειες με παιδιά. Δεν ισχυριζόμαστε ότι επιλύουμε το πρόβλημα αλλά αποδεδειγμένα και στοχευμένα βοηθάμε χιλιάδες Έλληνες να καλύψουν μια από τις ουσιαστικότερες ανάγκες τους.
Ποιες κατηγορίες συμπολιτών μας ωφελούνται από τα στεγαστικά προγράμματα;
Θέσαμε σε απόλυτη προτεραιότητα νέα ζευγάρια, άνεργους, ηλικιωμένους μονογονεϊκές, πολύτεκνες και τρίτεκνες οικογένειες, άτομα με αναπηρία, άστεγους, γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, συμπολίτεςμας που βρίσκονται σε προγράμματα απεξάρτησης, νοικοκυριά και άτομα που κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους, όσους φιλοξενούνται προσωρινά σε φίλους και συγγενείς αλλά και όσοι διαμένουν σε σπίτια που τους έχει διαθέσει το κράτος. Ορισμένα από τα προγράμματα εξασφαλίζουν όχι μόνο στέγη αλλά και επιδοτούμενη εργασία, ψυχοκοινωνική στήριξη ειδικά στους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας. Ξεκινάμε με σημαντικές βελτιώσεις στο πρόγραμμα « Στέγαση και Εργασία» ώστε να εξασφαλίσουμε στέγαση σε τουλάχιστον 700 ευάλωτα νοικοκυριά σε 60 δήμους σε ολόκληρη τη χώρα. Το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, θα πληρώνει για τρία χρόνια το ενοίκιο, λογαριασμούς ΔΕΚΟ, δαπάνες οικοσκευής ενώ προσθέσαμε και δαπάνες για επισκευές και ενεργειακά πιστοποιητικά. Αν μετά τα τρία χρόνια ο ωφελούμενος κρατήσει το σπίτι, θα μπορεί να λαμβάνει πλέον το επίδομα ενοικίου για 1 συν 1 χρόνο. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιδοτεί παράλληλα για ένα χρόνο την εργασία σε επιχειρήσεις ή εργοδότες με καταβολή του κατώτατου μισθού και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζόμενου και εργοδότη. Εξάλλου με κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σε συνεργασία με τους Δήμους Αθηναίων και Θεσσαλονίκης θα ανακαινίσουμε 100 διαμερίσματα για να στεγάσουμε 250 συμπολίτες μας από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Ταυτόχρονα ξέρουμε ότι είναι εξαιρετικά πιεστικές οι ανάγκες στέγασης δημοσίων υπαλλήλων και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που μετακινούνται στα νησιά, σε ακριτικές ή ορεινές περιοχές. Προχωράμε σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση στον εντοπισμό δημοτικών και κρατικών κτιρίων προκειμένου να τα χρηματοδοτήσουμε τις αναγκαίες ανακαινίσεις προκειμένου να διατεθούν για τη στέγαση δασκάλων, γιατρών, κα. Είναι συλλογική υποχρέωση μας να εξασφαλίζουμε στους λειτουργούς του κράτους αξιοπρεπή διαβίωση.
Υπάρχουν χιλιάδες οικογένειες που αναζητούν στέγη προκειμένου το παιδί τους, το οποίο με κόπο πέτυχε την είσοδό του σε πανεπιστημιακό ίδρυμα άλλης πόλης, να βρει λύση. Ωστόσο το κόστος είναι απαγορευτικό, με το μίσθωμα επίσης να φορολογείται. Υπάρχει τρόπος να δοθεί λύση ούτως ώστε οι νέοι να καταφέρουν να υλοποιήσουν το όνειρό τους;
Στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε τουριστικές περιοχές, πραγματικά υπάρχει σημαντικό πρόβλημα διάθεσης φοιτητικής στέγης με προσιτό ενοίκιο στον οικογενειακόπροϋπολογισμό. Δεν έχει παντού την ίδια έκταση το πρόβλημα. Υπάρχουν πολλές επαρχιακές πόλεις στις οποίες η διάθεση σπιτιών είναι μεγαλύτερη από τη ζήτηση. Τι κάνουμε όμως εμείς για να στηρίξουμε οικονομικά τις οικογένειες; Θυμίζω ότι από τις πρώτες αποφάσεις αυτής της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ήταν η αύξηση στο φοιτητικό επίδομα. Αρχικά από τα 1.000 ευρώ το αυξήσαμε οριζόντια στα 1.500. Μόλις την περασμένη Άνοιξη – και στο πλαίσιο στήριξης και των περιφερειακών δημοσίων πανεπιστημίων – για τους φοιτητές που σπουδάζουν στα πανεπιστήμια εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης το ποσό αυξήθηκε στα 2.000 ευρώ και στην περίπτωση συγκατοίκησης φτάνει στις 2.500 ευρώ για κάθε ένα φοιτητή. Δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη η ενίσχυση με 5.000 σε δυο σπουδαστές που θα μοιραστούν ένα σπίτι. Χρειάζεται βεβαίως να αλλάξει η κουλτούρα και των γονιών και των παιδιών που δυσκολεύονται να δουν ως επιλογή τη συγκατοίκηση. Επίσης για τους φοιτητές που διαμένουν σε εστίες ευθύνης του ΙΝΕΔΙΒΙΜ καταργήσαμε εντελώς το αντίτιμο στέγασης. Ακόμη πιο δραστική είναι η παρέμβαση μας, με τη δημιουργία νέων σύγχρονων φοιτητικών εστιών σε έξι Πανεπιστήμια σε όλη την Ελλάδα για την παροχή στέγης σε 8.500 φοιτητές.
Θεωρείτε ότι τα μέτρα που έχει ανακοινώσει μέχρι σήμερα για την αντιμετώπιση του δημογραφικού επαρκούν; Θα δούμε άμεσα πιο γενναίες παροχές ώστε τα νέα ζευγάρια να προχωρήσουν στην απόκτηση παιδιών;
Κυρία Κουτροκόη, μια πρόσφατη ανάλυση σχετικών στοιχείων από τον ΟΟΣΑ και τη Eurostat καταδεικνύειότι σε μια σειρά αναπτυγμένες και πλούσιες χώρες με ισχυρή επιδοματική πολιτική, στιβαρό κοινωνικό κράτος και φιλικές προς τις οικογένειες, ο δείκτης γονιμότητας μειώνεται σταθερά. Στη Φινλανδία που θεωρείται και είναι πρότυπο για το επίπεδο ζωής και τη στήριξη των οικογενειών με παιδιά, το 2022 ο δείκτης έπεσε κάτω από το 1,3. Εμείς βρισκόμαστε στο 1,38. Είναι κοινό έδαφος πλέον ότι στις δυτικές κοινωνίες το εισόδημα και η απόφαση για την απόκτηση παιδιών και δημιουργία οικογένειας, δεν συνδέονται όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Μέτρα και πολιτικές στήριξης της οικογένειας απευθύνονται, κυρίως σε όσους έχουν ήδη παιδιά χωρίς όμως να αποτελεί και επαρκές κίνητρο για να αποκτήσει κάποιος παιδί. Ωστόσο, είναι μια μάχη που είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε και προχωράμε συντεταγμένα. Ο Πρωθυπουργός θα παρουσιάσει πολύ συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην ομιλία του στη ΔΕΘ που εντάσσονται και στο Εθνικό Σχέδιο για το Δημογραφικό. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος που δεν αναδεικνύεται όταν συζητάμε για τη μείωση των γεννήσεων και το δημογραφικό. Είναι κρίσιμο να ανατραπεί το κυρίαρχο αφήγημα των δυτικών κοινωνιών ότι τα παιδιά είναι ένα «διαρκές» έξοδο, ένα βάρος και ότι οι υλικές παροχές προς αυτά, είναι η κύρια αποστολή των γονιών. Δεν σας κρύβω ότι στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας πιστεύουμε ότιπρέπει να ταυτίσουμε, ξανά, τις λέξεις «χαρά», «πληρότητα», «ευτυχία» με τη λέξη «παιδί». Θέλουμε να συνοδεύσουμε το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό με μια τέτοια κοινωνική καμπάνια.
Είστε αισιόδοξη ότι θα εκλείψουν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας; Επίσης θεωρειτε ότι τα νέα μέτρα του Υπουργείου Παιδείας για την απαγόρευση των κινητών στα σχολεία θα συμβάλει στη μείωση των περιστατικών bullying στους νέους;
Θα ήταν αφέλεια να μιλάμε για οποιοδήποτε πλαίσιο εξάλειψης των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό για το οποίο έχουμε υποχρέωση να μιλάμε και να δρούμε είναι η πρόληψη και η προστασία των θυμάτων αυτής της βίας. Η οποία, ούτε νέα είναι ούτε άγνωστη στην ελληνική κοινωνία και οικογένεια. Για να συνδέσω την απάντηση και με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης σας, το σχολείο, η παιδεία, η εμπέδωση αρχών και κανόνων από τα μικρά χρόνια είναι η βάση. Πιστεύω και ως εκπαιδευτικός, σε δημόσια και σε ιδιωτικά σχολεία,ότι ο κανόνας για μη χρήση κινητών θα εισφέρει και στην εκπαιδευτική διαδικασία και στην αποκατάσταση της επικοινωνίας των παιδιών και των δασκάλων μέσα στην αίθουσα.
Μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών φάνηκε ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να δουλέψει πιο σκληρά για να κερδίσει πίσω τους ψηφοφόρους που εκφράστηκαν με δυσαρέσκεια στην κάλπη. Θα είναι η ΔΕΘ ορόσημο για ένα νέο ξεκίνημα για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην Κυβέρνηση; Και πώς θα γίνει αυτό; Με παροχές;
Θα αδικούσα το έργο μας και τους ίδιους τους πολίτες, αν πίστευα ότι η Κυβέρνηση ή οποιαδήποτε Κυβέρνηση μπορεί με παροχές και «καθρεφτάκια» να χτίσει ή να αποκαταστήσει σχέσεις εμπιστοσύνης. Εκλαμβάνουμε,αυτό που ονομάζετε δυσαρέσκεια, ως πρόκληση για να αναρωτηθούμε «τι κάναμε λάθος;» και «τι μπορούμε να κάνουμε ακόμη καλύτερα;». Δεν υποσχεθήκαμε όμως στους πολίτες, ούτε το 2019, ούτε φυσικά το 2023 πως «με ένα νόμο και ένα άρθρο» θα διαγραφούν οι συνέπειες της υπερδεκαετούς κρίσης και της χρεοκοπίας. Ούτε ειπώθηκε ποτέ από κανένα στέλεχος της ΝΔ, ότι αυτομάτως θα ανακτήσουμε το έδαφος που χάθηκε και θα ισοφαρίσουμε σε μια κυβερνητική θητεία, την απώλεια κατά 25% του ΑΕΠ την περίοδο της κρίσης. Είπαμε ότι θα παλέψουμε με σχέδιο και συνέπεια προκειμένου να επιστρέψει η Ελλάδα σε τροχιά σύγκλισης με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και να προλάβει και όσες «έτρεχαν» με χίλια μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές όταν εμείς – με ευθύνη των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ – βουλιάζαμε με ένα τρίτο αχρείαστο μνημόνιο. Δεν τα αναφέρω αυτά ως δικαιολογία αλλά ως μια αδήριτη πραγματικότητα. Αδήριτη πραγματικότητα είναι, ότι το σχέδιο για την σταθεροποίηση της οικονομίας και την ανάπτυξη έβγαλαν από την ανεργία σχεδόν μισό εκατομμύριο ‘Έλληνες και σήμερα σε σχέση με τον Ιούλιο του 2019 οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης είναι περισσότεροι κατά 549.000. Δεν αφήνουμε αβοήθητο κανέναν συμπολίτη μας. Υπολογίστε ότι μόνο το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας διαθέτει για κοινωνικά επιδόματα και ενεργητικές δράσεις στήριξης εκατομμυρίων συμπολιτών μας, ποσό 3,5 δις ευρώ ετησίως. Κατανοούμε τις απαιτήσεις των πολιτών και αποτελείανάγκη όλων μας, να πιστεύουμε σε ένα καλύτερο αύριοτο οποίο θα χτίσουμε με πράξεις και κοινή προσπάθεια. Καθημερινά. Στη βάση της ειλικρίνειας και της αμοιβαίας παραδοχής ότι οι «αυταπάτες» ζημιώνουν τους πολίτες περισσότερο απ΄ότι κοστίζουν τελικά στους πολιτικούς που τις καλλιεργούν.


